Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schoolbook
01
σχολικό βιβλίο, εγχειρίδιο
a textbook used as part of a formal educational curriculum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
schoolbooks
Παραδείγματα
The teacher distributed the schoolbooks for the new semester to all the students in the class.
Ο δάσκαλος μοίρασε τα σχολικά βιβλία για το νέο εξάμηνο σε όλους τους μαθητές της τάξης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
schoolbook
school
book



























