Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schlep
01
ένα κουραστικό ταξίδι, ένα δύσκολο ταξίδι
a tedious or difficult journey
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schleps
02
ένας αδέξιος και ηλίθιος άνθρωπος, ένας αδέξιος
(Yiddish) an awkward and stupid person
to schlep
01
σέρνω, μεταφέρω
(New York) to carry, drag, or haul something, especially when it's heavy or inconvenient
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
schlep
γ΄ ενικό πρόσωπο
schleps
ενεστώτα μετοχή
schlepping
απλός αόριστος
schlepped
παθητική μετοχή
schlepped
Παραδείγματα
I had to schlep these groceries up three flights of stairs.
Έπρεπε να κουβαλήσω αυτά τα ψώνια για τρεις ορόφους σκαλοπάτια.



























