Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schism
01
σχίσμα, διαίρεση
a division between a group of people caused by their disagreement over beliefs or views
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schisms
Παραδείγματα
A schism in the political party caused a split in leadership and policy.
Ένας σχισμός στο πολιτικό κόμμα προκάλεσε διάσπαση στην ηγεσία και την πολιτική.
02
σχίσμα, διαίρεση
a formal separation within a religious organization, especially a Christian Church, caused by disagreement
Παραδείγματα
The Protestant Reformation led to a major schism in Christianity, as followers broke away from the Roman Catholic Church.
Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση οδήγησε σε ένα μεγάλο σχίσμα στον Χριστιανισμό, καθώς οι οπαδοί αποχώρησαν από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Λεξικό Δέντρο
schismatic
schism
sch



























