scenic
Pronunciation
/ˈsinɪk/

Ορισμός και σημασία του "scenic"στα αγγλικά

01

ζωγραφικός, πανοραμικός

having a very beautiful view of nature
scenic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scenic
συγκριτικός βαθμός
more scenic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scenic viewpoint at the top of the hill offered panoramic views of the city skyline.
Το πανόραμα σημείο θέασης στην κορυφή του λόφου προσέφερε πανοραμική θέα της οριζόντιας γραμμής της πόλης.
02

σκηνικός, θεατρικός

of or relating to the stage or stage scenery
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store