Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scarily
01
τρομακτικά, με τρομακτικό τρόπο
in a way that causes fear, unease, or alarm
Παραδείγματα
The data shows that the infection rate is climbing scarily again.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι ο ρυθμός μόλυνσης αυξάνεται τρομακτικά ξανά.
1.1
τρομακτικά, με τρομακτική ομοιότητα
in a way that is startlingly intense, accurate, or similar
Παραδείγματα
It 's scarily easy to get addicted to this game.
Είναι τρομακτικά εύκολο να εθιστείς σε αυτό το παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
scarily
scary
scar



























