scammer
sca
ˈska
ska
mmer
stammerslammershammerscamper

Ορισμός και σημασία του "scammer"στα αγγλικά

01

απατεώνας, κομπιναδόρος

a person who deceives people to get their money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scammers
Παραδείγματα
The elderly couple fell victim to a phone scammer who claimed to be from their bank. 

Το ηλικιωμένο ζευγάρι έπεσε θύμα ενός τηλεφωνικού απατεώνα που ισχυριζόταν ότι ήταν από την τράπεζά τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scammer
scam
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store