Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scammer
01
απατεώνας, κομπιναδόρος
a person who deceives people to get their money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scammers
Παραδείγματα
The elderly couple fell victim to a phone scammer who claimed to be from their bank.
Το ηλικιωμένο ζευγάρι έπεσε θύμα ενός τηλεφωνικού απατεώνα που ισχυριζόταν ότι ήταν από την τράπεζά τους.
Λεξικό Δέντρο
scammer
scam



























