sawyer
sa
ˈsɔ
σο
wyer
ɪɜr
ιερρ
/sˈɔ‍ɪɐ/

Ορισμός και σημασία του "sawyer"στα αγγλικά

01

σκολύτας, ξυλοφάγος σκαθάρι

any of several beetles whose larvae bore holes in dead or dying trees especially conifers
sawyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sawyers
02

πριονιστής, ξυλοκόπος

one who is employed to saw wood
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store