Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sawbones
01
χειρουργός, ιατρός ειδικευόμενος στη χειρουργική
a physician who specializes in surgery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sawbones
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sawbones
saw
bones



























