Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sauteed
01
τσιγαρισμένος, ψημένος γρήγορα
fried quickly in a little fat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sauteed
συγκριτικός βαθμός
more sauteed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cooking, food, preparation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sauteed
saute



























