Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to saute
01
σουτάρω
to quickly fry food in a small amount of hot oil
Transitive: to saute food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
saute
γ΄ ενικό πρόσωπο
sautes
ενεστώτα μετοχή
sauteing
απλός αόριστος
sauteed
παθητική μετοχή
sauteed
Παραδείγματα
He enjoys sauteing chicken breasts with herbs and spices for a quick and tasty dinner.
Απολαμβάνει να σκοτώνει στήθος κοτόπουλου με βότανα και μπαχαρικά για ένα γρήγορο και νόστιμο δείπνο.
saute
01
τηγανητός, τηγανητή
cooked quickly in a small amount of fat, usually over high heat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sauté shrimp cooks in just a few minutes over high heat.
Σοτάρω γαρίδες μαγειρεύονται σε λίγα λεπτά σε υψηλή θερμοκρασία.
Saute
01
σατέ, σατέ πιάτο
a meal or dish consisting of food that has been sautéed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sautés
Παραδείγματα
The sauté was seasoned lightly to highlight the fresh ingredients.
Το σατέ ήταν ελαφρά καρυκευμένο για να αναδείξει τα φρέσκα υλικά.
02
άλμα, πηδημα
a jump or spring in ballet from both feet into the air
Παραδείγματα
A grand sauté requires strong leg muscles and balance.
Ένα grand sauté απαιτεί ισχυρούς μυς των ποδιών και ισορροπία.
Λεξικό Δέντρο
sauteed
sauteing
saute



























