Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to saunter
01
περιφέρομαι, βόλτα
to walk leisurely and with a casual and unhurried pace
Intransitive: to saunter | to saunter somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
saunter
γ΄ ενικό πρόσωπο
saunters
ενεστώτα μετοχή
sauntering
απλός αόριστος
sauntered
παθητική μετοχή
sauntered
Παραδείγματα
The elderly gentleman liked to saunter in the town square, reminiscing about the changing seasons.
Ο ηλικιωμένος κύριος άρεσε να περιφέρεται στην πλατεία της πόλης, θυμόμενος τις αλλαγές των εποχών.
Saunter
01
περίπατος, βόλτα
a leisurely walk (usually in some public place)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saunters
02
περίπατος, χαλαρό βάδισμα
a careless leisurely gait



























