to saunter
Pronunciation
/ˈsɔntɝ/

Ορισμός και σημασία του "saunter"στα αγγλικά

to saunter
01

περιφέρομαι, βόλτα

to walk leisurely and with a casual and unhurried pace
Intransitive: to saunter | to saunter somewhere
to saunter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
saunter
γ΄ ενικό πρόσωπο
saunters
ενεστώτα μετοχή
sauntering
απλός αόριστος
sauntered
παθητική μετοχή
sauntered
Παραδείγματα
The elderly gentleman liked to saunter in the town square, reminiscing about the changing seasons.
Ο ηλικιωμένος κύριος άρεσε να περιφέρεται στην πλατεία της πόλης, θυμόμενος τις αλλαγές των εποχών.
01

περίπατος, βόλτα

a leisurely walk (usually in some public place)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saunters
02

περίπατος, χαλαρό βάδισμα

a careless leisurely gait
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store