saucepot
Pronunciation
/sˈɔːsɪpˌɑːt/

Ορισμός και σημασία του "saucepot"στα αγγλικά

01

κατσαρόλα σάλτσας, κατσαρόλα

a deep cooking pot with two handle and a lid, typically used for making sauces, stews, and soups
saucepot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saucepots
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store