Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
satisfyingly
01
ικανοποιητικά, με ικανοποίηση
in a way that gives a feeling of fulfillment or pleasure
Παραδείγματα
The book wraps up satisfyingly, tying all the loose ends.
Το βιβλίο ολοκληρώνεται ικανοποιητικά, δένοντας όλες τις χαλαρές άκρες.
Λεξικό Δέντρο
satisfyingly
satisfying
satisfy



























