Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to satirize
01
σατιρίζω, χλευάζω
to use satire in order to criticize or ridicule a system, person, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
satirize
γ΄ ενικό πρόσωπο
satirizes
ενεστώτα μετοχή
satirizing
απλός αόριστος
satirized
παθητική μετοχή
satirized
Λεξικό Δέντρο
satirize
satire



























