satirize
sa
ˈsæ
σαι
ti
τερ
rize
ˌraɪz
ραιζ
/sˈatɪɹˌaɪz/
satirise

Ορισμός και σημασία του "satirize"στα αγγλικά

to satirize
01

σατιρίζω, χλευάζω

to use satire in order to criticize or ridicule a system, person, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
satirize
γ΄ ενικό πρόσωπο
satirizes
ενεστώτα μετοχή
satirizing
απλός αόριστος
satirized
παθητική μετοχή
satirized
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store