satirical
sa
ti
ˈtɪ
ti
ri
ri
cal
kəl
kēl
satyrical

Ορισμός και σημασία του "satirical"στα αγγλικά

01

σατιρικός, ειρωνικός

intending to mock, ridicule, or criticize a person, group, or society in a humorous or exaggerated way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most satirical
συγκριτικός βαθμός
more satirical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novel is a satirical critique of modern society. 

Το μυθιστόρημα είναι μια σατιρική κριτική της σύγχρονης κοινωνίας.

Λεξικό Δέντρο

satirically
satirical
satire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store