Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sassafras
01
σασσάφρα, δέντρο σασσάφρα
a deciduous tree known for its aromatic bark and leaves, commonly used in traditional medicine and flavoring
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sassafrases
Παραδείγματα
As the wind blew, the sweet scent of sassafras filled the air, creating a tranquil atmosphere.
Καθώς ο άνεμος φύσαγε, η γλυκιά μυρωδιά του σασσάφρα γέμιζε τον αέρα, δημιουργώντας μια γαλήνια ατμόσφαιρα.
02
αποξηραμένη φλοιός ρίζας δέντρου σασσάφρα, σασσάφρα (αποξηραμένος φλοιός ρίζας)
dried root bark of the sassafras tree



























