sapid
sa
ˈseɪ
σει
pid
pɪd
πιντ
vapidadapidelapid

Ορισμός και σημασία του "sapid"στα αγγλικά

01

γευστικός, νόστιμος

having a pleasant taste or flavor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sapid
συγκριτικός βαθμός
more sapid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
taste, food, perception
Παραδείγματα
The chef's signature dish was known for its sapid blend of spices and herbs. 

Το signature πιάτο του σεφ ήταν γνωστό για την γευστική του μείξη μπαχαρικών και βοτάνων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sapidness
sapid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store