Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sanitation department
/sˌænɪtˈeɪʃən dɪpˈɑːɹtmənt/
Sanitation department
01
τμήμα υγιεινής, υπηρεσία καθαριότητας
the governmental body overseeing the collection, disposal, and management of waste in a community
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sanitation departments



























