Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to batter
01
χτυπώ, δέρνω
to forcefully strike something or someone
Transitive: to batter sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
batter
γ΄ ενικό πρόσωπο
batters
ενεστώτα μετοχή
battering
απλός αόριστος
battered
παθητική μετοχή
battered
Παραδείγματα
In frustration, he began to batter the door with a heavy object.
Στην απογοήτευσή του, άρχισε να χτυπά την πόρτα με ένα βαρύ αντικείμενο.
02
καταστρέφω από συνεχή χρήση, καταστρέφω από συνεχή δύναμη
to damage something by continuous use or force
Transitive: to batter sth
Παραδείγματα
Years of use had battered the leather jacket, leaving it worn and frayed.
Χρόνια χρήσης είχαν φθείρει το δερμάτινο σακάκι, αφήνοντάς το φθαρμένο και ξεφτισμένο.
03
χτυπώ βίαια, κτυπώ επανειλημμένα
to strike repeatedly with heavy blows
Intransitive
Παραδείγματα
The wind began to batter against the house, shaking the windows.
Ο άνεμος άρχισε να χτυπά το σπίτι, κουνώντας τα παράθυρα.
Batter
01
χτυπητής, μπάτερ
(in baseball) a player who is currently attempting to hit the ball
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
batters
Παραδείγματα
The batter stepped up to the plate, ready for the pitch.
Ο χτυπητής πλησίασε στο πιάτο, έτοιμος για την ρίψη.
Λεξικό Δέντρο
battered
battering
batter



























