Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to batter
01
χτυπώ, δέρνω
to forcefully strike something or someone
Transitive: to batter sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
batter
γ΄ ενικό πρόσωπο
batters
ενεστώτα μετοχή
battering
απλός αόριστος
battered
παθητική μετοχή
battered
Παραδείγματα
The enraged boxer continued to batter his opponent with relentless punches.
Ο εξαγριωμένος πυγμάχος συνέχισε να χτυπά τον αντίπαλό του με αμείλικτες γροθιές.
02
καταστρέφω από συνεχή χρήση, καταστρέφω από συνεχή δύναμη
to damage something by continuous use or force
Transitive: to batter sth
Παραδείγματα
The waves battered the coastline during the storm.
Τα κύματα χτύπησαν την ακτή κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
03
χτυπώ βίαια, κτυπώ επανειλημμένα
to strike repeatedly with heavy blows
Intransitive
Παραδείγματα
The waves battered relentlessly at the shore.
Τα κύματα χτυπούσαν αμείλικτα την ακτή.
Batter
01
χτυπητής, μπάτερ
(in baseball) a player who is currently attempting to hit the ball
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
batters
Παραδείγματα
Each team has a lineup of batters in a fixed order.
Κάθε ομάδα έχει μια σύνθεση από χτυπητές σε σταθερή σειρά.
02
ζύμη, κουρκούτι
a mixture consisting of flour, milk, and eggs, used for making pancakes, or for covering food before frying
Παραδείγματα
The fluffy pancakes were made from a simple batter of flour, eggs, milk, and a pinch of salt.
Τα αφράτα τηγανίτες ήταν φτιαγμένα από ένα απλό μείγμα αλεύρι, αυγά, γάλα και μια πρέζα αλάτι.
Λεξικό Δέντρο
battered
battering
batter



























