Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sand
01
άμμος, λεπτή άμμος
a pale brown substance that consists of very small pieces of rock, which is found in deserts, on beaches, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sands
Παραδείγματα
The children built castles with the soft sand on the beach.
Τα παιδιά έκτισαν κάστρα με την απαλή άμμο στην παραλία.
02
αποφασιστικότητα, προσήλωση
fortitude and determination
to sand
01
τρίβω με γυαλόχαρτο, λείανω
to rub a surface with sandpaper or another abrasive material to smooth, shape, or remove imperfections
Transitive: to sand a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sand
γ΄ ενικό πρόσωπο
sands
ενεστώτα μετοχή
sanding
απλός αόριστος
sanded
παθητική μετοχή
sanded
Παραδείγματα
The carpenter sanded the wooden furniture to prepare it for staining.
Ο ξυλουργός τρίψε τα ξύλινα έπιπλα για να τα προετοιμάσει για βαφή.
Λεξικό Δέντρο
sandlike
sandy
sand



























