sanctum
sanc
ˈsænk
sānk
tum
təm
tēm

Ορισμός και σημασία του "sanctum"στα αγγλικά

01

ιερό, καταφύγιο

a private place where one can retreat for peace and solitude 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sanctums
Παραδείγματα
His study was his sanctum, where he could think and write without interruption. 

Το γραφείο του ήταν το ιερό του, όπου μπορούσε να σκέφτεται και να γράφει χωρίς διακοπή.

02

ιερό, αγιαστήριο

a sacred place of pilgrimage 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store