sanctity
sanc
ˈsænk
σαινκ
ti
τι
ty
ti
τι
British pronunciation
/sˈɑːnktɪti/

Ορισμός και σημασία του "sanctity"στα αγγλικά

01

αγιότητα, ιερότητα

the state or quality of being sacred or morally pure
example
Παραδείγματα
The sanctity of the Sabbath is observed in many religious traditions through rest and worship.
Η αγιότητα του Σαββάτου παρατηρείται σε πολλές θρησκευτικές παραδόσεις μέσω της ανάπαυσης και της λατρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store