sanctity
sanc
ˈsænk
σαινκ
ti
τι
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "sanctity"στα αγγλικά

01

αγιότητα, ιερότητα

the state or quality of being sacred or morally pure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The sanctity of the temple was preserved through rituals and ceremonies that emphasized its holiness. 

Η αγιότητα του ναού διατηρήθηκε μέσω τελετών και τελετουργιών που τονίζουν την αγιότητά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sanctity
sanct
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store