Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sanctity
01
αγιότητα, ιερότητα
the state or quality of being sacred or morally pure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sanctity of the Sabbath is observed in many religious traditions through rest and worship.
Η αγιότητα του Σαββάτου παρατηρείται σε πολλές θρησκευτικές παραδόσεις μέσω της ανάπαυσης και της λατρείας.
Λεξικό Δέντρο
sanctity
sanct



























