Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salubrious
01
υγιεινός, ωφέλιμος για την υγεία
indicating or promoting healthiness and well-being
Παραδείγματα
The architect designed the office building with large windows and green spaces to create a salubrious workspace conducive to productivity and well-being.
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε το κτίριο γραφείων με μεγάλα παράθυρα και πράσινους χώρους για να δημιουργήσει ένα υγιεινό χώρο εργασίας που ευνοεί την παραγωγικότητα και την ευεξία.
Λεξικό Δέντρο
insalubrious
salubriousness
salubrious



























