safflower oil
saff
ˈsæf
sāf
lower
laʊə
lawe
oil
ɔɪl
oyl

Ορισμός και σημασία του "safflower oil"στα αγγλικά

01

λάδι σαφλόρας, φυτικό λάδι που εξάγεται από τους σπόρους της σαφλόρας

a vegetable oil extracted from the seeds of the safflower plant, commonly used in cooking and food preparation 
safflower oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He massaged his skin with safflower oil, known for its moisturizing properties. 

Μάσαρε το δέρμα του με σαφλόρελαιο, γνωστό για τις ενυδατικές του ιδιότητες.

02

λάδι κνήκου, λάδι από τους σπόρους του φυτού κνήκου

oil from seeds of the safflower plant 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store