Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sadist
01
σαδιστής, μαζοχιστής
a person deriving pleasure from causing pain, suffering, or humiliation to others
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sadists
Παραδείγματα
That sadist laughed while the victim screamed.
Ο σαδιστής γέλασε ενώ το θύμα φώναζε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sadistic
sadist
sad



























