saddler
sadd
ˈsæd
σαιντ
ler
λα

Ορισμός και σημασία του "saddler"στα αγγλικά

01

σαμαράς, δερματουργός

a craftsman who makes and repairs leather saddles and other leather items for horses and other animals 
saddler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
saddlers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

saddler
saddle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store