Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rust
01
σκουριά, οξείδιο του σιδήρου
a red or brown oxide coating on iron or steel caused by the action of oxygen and moisture
02
σκουριά, μύκητας σκουριάς
any of various fungi causing rust disease in plants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03
σκουριά
the formation of reddish-brown ferric oxides on iron by low-temperature oxidation in the presence of water
04
σκουριά
a plant disease that produces a reddish-brown discoloration of leaves and stems; caused by various rust fungi
to rust
01
σκουριάζω, διαβρώνω
to develop a reddish-brown coating, usually on metal, due to exposure to air and water over time
Intransitive
Παραδείγματα
Over time, metal objects like nails can rust when exposed to air.
Με το πέρασμα του χρόνου, μεταλλικά αντικείμενα όπως τα καρφιά μπορούν να σκουριάσουν όταν εκτίθενται στον αέρα.
02
σκουριάζω, οξειδώνομαι
to cause a metal or material containing iron to oxidize
Transitive: to rust a metal object
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rust
γ΄ ενικό πρόσωπο
rusts
ενεστώτα μετοχή
rusting
απλός αόριστος
rusted
παθητική μετοχή
rusted
Παραδείγματα
The rain and humidity rusted the metal fence, causing it to develop a reddish-brown coating.
Η βροχή και η υγρασία σκουριάσανε το μεταλλικό φράχτη, προκαλώντας την εμφάνιση μιας κοκκινωπής καφέ επίστρωσης.
rust
01
σκουριά, σκουριασμένος
having a reddish-brown color, reminiscent of the oxidized iron tones found on rusted metal surfaces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
rustiest
συγκριτικός βαθμός
rustier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His sweater was a cozy and fashionable rust shade.
Το πουλόβερ του ήταν μια άνετη και μοντέρνα απόχρωση σκουριάς.
Λεξικό Δέντρο
rustless
rusty
rust



























