Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rummage
01
ψάχνω απερίσκεπτα, ανασκαλεύω
to search through something in a disorderly manner
Intransitive: to rummage somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rummage
γ΄ ενικό πρόσωπο
rummages
ενεστώτα μετοχή
rummaging
απλός αόριστος
rummaged
παθητική μετοχή
rummaged
Παραδείγματα
She rummaged through her drawers, looking for her missing keys amidst the clutter.
Ψάχνοντας στα συρτάρια της, έψαχνε για τα χαμένα της κλειδιά ανάμεσα στα χάλια.
Rummage
01
αναζήτηση, ψάξιμο
a careful or hasty search through items, often by digging or turning things over
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She had a quick rummage through her bag for the keys.
Έκανε μια γρήγορη αναζήτηση στην τσάντα της για τα κλειδιά.
02
συναχτήρια, παλαιοπωλεία
a collection of miscellaneous, secondhand, or unwanted items, often sold or donated
Παραδείγματα
Volunteers organized the rummage into neat categories.
Οι εθελοντές οργάνωσαν τα ανακύκλωμα σε τακτικές κατηγορίες.



























