rumbling
rumb
ˈrʌmb
ραμμπ
ling
lɪng
λινγκ
rustling

Ορισμός και σημασία του "rumbling"στα αγγλικά

01

βροντερός, βαθύς και συνεχής

having a low, deep, and continuous sound especially heard from a long distance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rumbling
συγκριτικός βαθμός
more rumbling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, nature, perception
Παραδείγματα
The rumbling thunder signaled an approaching storm on the horizon. 

Ο βουητός της βροντής σήμαινε μια καταιγίδα που πλησίαζε στον ορίζοντα.

01

μπούμπουνο, βουητό

a loud low dull continuous noise 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rumblings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rumbling
rumble
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store