to rule in
rule
ru:l
rool
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "rule in"στα αγγλικά

to rule in
01

περιλαμβάνω, λαμβάνω υπόψη

to officially include or consider someone or something when making a decision or within a particular category or set of options 
to rule in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
rule
ενεστώτας
rule in
γ΄ ενικό πρόσωπο
rules in
ενεστώτα μετοχή
ruling in
απλός αόριστος
ruled in
παθητική μετοχή
ruled in
Παραδείγματα
The judge decided to rule the evidence in as admissible in the trial. 

Ο δικαστής αποφάσισε να επιτρέψει τα στοιχεία ως παραδεκτά στη δίκη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store