Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rule in
[phrase form: rule]
01
περιλαμβάνω, λαμβάνω υπόψη
to officially include or consider someone or something when making a decision or within a particular category or set of options
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
rule
ενεστώτας
rule in
γ΄ ενικό πρόσωπο
rules in
ενεστώτα μετοχή
ruling in
απλός αόριστος
ruled in
παθητική μετοχή
ruled in
Παραδείγματα
Despite initial doubts, the judge chose to rule in the plaintiff's motion to admit new evidence.
Παρά τις αρχικές αμφιβολίες, ο δικαστής επέλεξε να αποφασίσει υπέρ του αιτήματος του ενάγοντος για την αποδοχή νέων αποδεικτικών στοιχείων.



























