Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bathe
01
κάνω μπάνιο, πλένω
to wash or clean the body by putting it in water or pouring water over it
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bathe
γ΄ ενικό πρόσωπο
bathes
ενεστώτα μετοχή
bathing
απλός αόριστος
bathed
παθητική μετοχή
bathed
Παραδείγματα
Every evening, she likes to bathe in a warm bubble bath to relax.
Κάθε βράδυ, της αρέσει να κάνει μπάνιο σε ένα ζεστό μπάνιο με φυσαλίδες για να χαλαρώσει.
02
κάνω μπάνιο, κολυμπώ
to spend time and swim in the water for enjoyment or recreation
Intransitive
Παραδείγματα
We decided to bathe in the lake after our hike.
Αποφασίσαμε να κάνουμε μπάνιο στη λίμνη μετά την πεζοπορία μας.
03
λουσμένος, καλύπτω
to cover or surround something completely with a particular substance or quality
Transitive: to bathe sb/sth in a quality
Παραδείγματα
The room was bathed in soft, golden light as the sun set.
Το δωμάτιο ήταν καλυμμένο με ένα απαλό, χρυσό φως καθώς ο ήλιος έδυε.
Bathe
01
μπάνιο, κολύμβηση για ευχαρίστηση
the act of swimming for pleasure or recreation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bathes
Λεξικό Δέντρο
bathe
bath



























