bathhouse
Pronunciation
/bˈæθhaʊs/

Ορισμός και σημασία του "bathhouse"στα αγγλικά

01

δημόσια λουτρά, κτίριο λουτρών

a building containing public baths
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bathhouses
02

λουτρό, εγκατάσταση λουτρού

a building containing dressing rooms for bathers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store