ruddy
ru
ˈrʌ
ra
ddy
di
di
muddycuddy

Ορισμός και σημασία του "ruddy"στα αγγλικά

01

κοκκινωπός, ερυθρός

(of skin, especially the face) having a reddish color, often indicating good health 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
ruddiest
συγκριτικός βαθμός
ruddier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His ruddy face suggested he had been working outside all day. 

Το κοκκινισμένο πρόσωπό του υποδείκνυε ότι είχε δουλέψει έξω όλη μέρα.

02

κοκκινωπός, ροδόσχημος

having a red color 

Λεξικό Δέντρο

ruddiness
ruddy
rudd
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store