Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ruddy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
ruddiest
συγκριτικός βαθμός
ruddier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His ruddy face suggested he had been working outside all day.
Το κοκκινισμένο πρόσωπό του υποδείκνυε ότι είχε δουλέψει έξω όλη μέρα.
02
κοκκινωπός, ροδόσχημος
having a red color
Λεξικό Δέντρο
ruddiness
ruddy
rudd



























