ruck
Pronunciation
/ˈɹək/

Ορισμός και σημασία του "ruck"στα αγγλικά

01

πλήθος, μάζα

a crowd especially of ordinary or undistinguished persons or things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rucks
02

πτυχή, ζάρα

an irregular fold in an otherwise even surface (as in cloth)
03

το ρακ, η αυθόρμητη μάχη

the phase of play where rugby players from both teams contest possession of the ball on the ground, formed after a tackle
Παραδείγματα
She expertly cleared out opponents from the ruck.
Εξειδικευμένα καθάρισε τους αντιπάλους από το ρακ.
to ruck
01

τσαλακώνομαι, ζαρώνω

become wrinkled or drawn together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ruck
γ΄ ενικό πρόσωπο
rucks
ενεστώτα μετοχή
rucking
απλός αόριστος
rucked
παθητική μετοχή
rucked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store