Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Round dance
01
κυκλικός χορός, χορός σε κύκλο
a folk dance; dancers form a circle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
round dances
02
χορός κύκλου, στρογγυλός χορός
a social dance where participants form a circle or closed formation and move together in unison to repeating music, characterized by simple steps and patterns
Παραδείγματα
Residents of the retirement home enjoyed weekly round dances, reminiscing about the old days and making new memories with friends.
Οι κάτοικοι του γηροκομείου απολάμβαναν τις εβδομαδιαίες κυκλικούς χορούς, θυμόμενοι τα παλιά χρόνια και δημιουργώντας νέες αναμνήσεις με φίλους.



























