to rough out
rough
rʌf
raf
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "rough out"στα αγγλικά

to rough out
01

σκιαγραφώ, δημιουργώ ένα πρόχειρο σχέδιο

to create a basic, initial version that outlines the main features of something 
to rough out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rough
ενεστώτας
rough out
γ΄ ενικό πρόσωπο
roughs out
ενεστώτα μετοχή
roughing out
απλός αόριστος
roughed out
παθητική μετοχή
roughed out
Παραδείγματα
The artist decided to rough out the sketch before adding the details. 

Ο καλλιτέχνης αποφάσισε να σκιαγραφήσει το σκίτσο πριν προσθέσει τις λεπτομέρειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store