Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rough out
[phrase form: rough]
01
σκιαγραφώ, δημιουργώ ένα πρόχειρο σχέδιο
to create a basic, initial version that outlines the main features of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rough
ενεστώτας
rough out
γ΄ ενικό πρόσωπο
roughs out
ενεστώτα μετοχή
roughing out
απλός αόριστος
roughed out
παθητική μετοχή
roughed out
Παραδείγματα
The director needed to rough out the scenes for the upcoming movie.
Ο σκηνοθέτης χρειαζόταν να σκιαγραφήσει τις σκηνές για την επερχόμενη ταινία.



























