roue
roue
ru:eɪ
rooei
routerougeroguerouse

Ορισμός και σημασία του "roue"στα αγγλικά

01

άσωτος, ακόλαστος

a man regarded as debauched, morally lax, or indulgent in sexual vices 
roue definition and meaning
επίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
roués
αρσενικό ενικό
roué
neutral form
debauchee
Παραδείγματα
That roue spent every night gambling and seducing women. 

Αυτός ο ακόλαστος περνούσε κάθε βράδυ τζογάρει και αποπλανώντας γυναίκες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store