Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bastard
01
κάθαρμα, μαλάκας
a person regarded as mean, unpleasant, or morally objectionable
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bastards
Παραδείγματα
The bastard laughed when they failed.
Ο μπάσταρδος γέλασε όταν απέτυχαν.
02
μπάσταρδος, κατεργάρης
derogatory term for a variation that is not genuine; something irregular or inferior or of dubious origin
03
μπάσταρδος, νόθο παιδί
the illegitimate offspring of unmarried parents
bastard
01
ψεύτικος, απατηλός
fraudulent; having a misleading appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bastard
συγκριτικός βαθμός
more bastard
διαβαθμίσιμο
02
νόθος, μπάσταρδος
born outside of a legally recognized marriage
Παραδείγματα
The bastard child was disowned by his father due to the scandal.
Το μπάσταρδο παιδί απαρνήθηκε από τον πατέρα του λόγω του σκανδάλου.
Λεξικό Δέντρο
bastardize
bastard



























