roots
roots
ruts
roots
roomsroost

Ορισμός και σημασία του "roots"στα αγγλικά

01

ρίζες, προέλευση

the state of being connected to or originating from a specific place, culture, or background 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roots
Παραδείγματα
He returned to his hometown to reconnect with his roots. 

Επέστρεψε στην πατρίδα του για να επανασυνδεθεί με τις ρίζες του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store