room
room
ru:m
room
roamRome

Ορισμός και σημασία του "room"στα αγγλικά

01

δωμάτιο, αίθουσα

a space in a building with walls, a floor, and a ceiling where people do different activities 
room definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rooms
Παραδείγματα
I have a big room with a window. 

Έχω ένα μεγάλο δωμάτιο με παράθυρο.

02

χώρος, θέση

available space that can be utilized for various purposes 
Παραδείγματα
There’s not enough room in the garage for both cars and the bicycle. 

Δεν υπάρχει αρκετός χώρος στο γκαράζ για και τα δύο αυτοκίνητα και το ποδήλατο.

03

περιθώριο, χώρος

the possibility for growth or development in a given situation 
Παραδείγματα
There’s room for improvement in your presentation skills. 

Υπάρχει χώρος για βελτίωση στις δεξιότητες παρουσίασής σας.

04

ακροατήριο, κοινό

the individuals who are physically present in a room 
Παραδείγματα
The speaker addressed the room, captivating everyone with his stories. 

Ο ομιλητής απευθύνθηκε στο δωμάτιο, γοητεύοντας όλους με τις ιστορίες του.

to room
01

μοιράζομαι δωμάτιο, συνυπάρχω

to live or stay in the same room or housing with another person 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
room
γ΄ ενικό πρόσωπο
rooms
ενεστώτα μετοχή
rooming
απλός αόριστος
roomed
παθητική μετοχή
roomed
Παραδείγματα
During college, I roomed with my best friend for all four years. 

Κατά τη διάρκεια του κολεγίου, μοιραζόμουν το δωμάτιο με τον καλύτερό μου φίλο για τέσσερα χρόνια.

02

φιλοξενώ, τοποθετώ

to assign or place individuals to live or stay in the same room with another 
Παραδείγματα
The camp counselors roomed us together for the entire week. 

Οι σύμβουλοι του κατασκηνώματος μας έβαλαν στο ίδιο δωμάτιο για όλη την εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store