Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rooftop
01
στέγη, ταράτσα
the external surface of a building roof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rooftops
Παραδείγματα
The building ’s rooftop is equipped with solar panels to generate electricity.
Η στέγη του κτιρίου είναι εξοπλισμένη με ηλιακά πάνελ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Λεξικό Δέντρο
rooftop
roof
top



























