rooftop
Pronunciation
/ˈɹufˌtɑp/

Ορισμός και σημασία του "rooftop"στα αγγλικά

01

στέγη, ταράτσα

the external surface of a building roof
rooftop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rooftops
Παραδείγματα
The building ’s rooftop is equipped with solar panels to generate electricity.
Η στέγη του κτιρίου είναι εξοπλισμένη με ηλιακά πάνελ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Λεξικό Δέντρο

rooftop

roof

+

top

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store