Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rondo
01
ρόντο
instrumental music with a recurring theme often found in the final movement of a sonata or concerto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rondos
LanGeek



























