rollover
roll
ˈrəʊl
ρεουλ
o
əʊ
εου
ver
βα

Ορισμός και σημασία του "rollover"στα αγγλικά

01

μεταφορά, ανανέωση

the act of changing the institution that invests your pension plan without incurring a tax penalty 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rollovers
02

ανάποδο, κύλιση

the act of a vehicle overturning or flipping onto its side or roof 
Παραδείγματα
The car accident resulted in a rollover, causing significant damage to the vehicle. 

Το αυτοκινητιστικό ατύχημα είχε ως αποτέλεσμα μια ανατροπή, προκαλώντας σημαντικές ζημιές στο όχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store