Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
roly-poly
01
κοντόχοντρος, στρουμπουλός
short and fat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most roly-poly
συγκριτικός βαθμός
more roly-poly
διαβαθμίσιμο
Roly-poly
01
ρολό με μαρμελάδα, πουτίγκα σε ρολό
pudding made of suet pastry spread with jam or fruit and rolled up and baked or steamed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roly-polies
02
στρουμπουλός, παχουλός
a term used to describe a person, especially a child, who is short and chubby
Παραδείγματα
The roly-poly giggled as he bounced on the trampoline.
Ο roly-poly γέλασε ενώ πηδούσε στο τραμπολίνο.



























