Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roadrunner
01
δρομέας δρόμου, γρήγορο τρεχούμενο πουλί
a fast-running terrestrial bird of the cuckoo family with a long tail and a large crest that inhabits Southwestern US to Mexico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
roadrunners
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
roadrunner
road
runner



























