Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roadblock
01
εμπόδιο, φράγμα
any condition that makes it difficult to make progress or to achieve an objective
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roadblocks
02
οδικό φράγμα, μπλόκο δρόμου
a barrier or obstruction placed across a road, often by authorities, to control or stop traffic
Παραδείγματα
The roadblock was lifted after the accident was cleared.
Ο δρόμιος φράκτης άρθηκε μετά την εκκαθάριση του ατυχήματος.
Λεξικό Δέντρο
roadblock
road
block



























