riveting
ri
ˈrɪ
ri
ve
vi
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "riveting"στα αγγλικά

01

συναρπαστικός, γοητευτικός

holding one's attention completely due to being exciting or interesting 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most riveting
συγκριτικός βαθμός
more riveting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The documentary about the history of space exploration was absolutely riveting, leaving me glued to the screen. 

Το ντοκιμαντέρ για την ιστορία της διαστημικής εξερεύνησης ήταν απολύτως συναρπαστικό, αφήνοντάς με κολλημένο στην οθόνη.

Λεξικό Δέντρο

riveting
rivet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store