Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baseboard
01
πλίνθος, κατώφλι
a long and narrow piece of wood attached to the bottom of the walls of a house
Dialect
American
Παραδείγματα
The baseboard in the living room was chipped and needed some touch-up work.
Το πατοκόρφωμα στο σαλόνι είχε θραύσματα και χρειαζόταν κάποια δουλειά επισκευής.
Λεξικό Δέντρο
baseboard
base
board



























