to rile
Pronunciation
/ˈɹaɪɫ/

Ορισμός και σημασία του "rile"στα αγγλικά

to rile
01

ενοχλώ, ερεθίζω

to disturb or annoy someone, especially through minor irritations
Transitive: to rile sb
to rile definition and meaning
Παραδείγματα
The constant whistling of his neighbor riled him.
Το συνεχές σφύριγμα του γείτονά του τον ενοχλούσε.
02

ταράζω, θολώνω

to stir up water, making it rough, choppy, or cloudy
Transitive: to rile water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rile
γ΄ ενικό πρόσωπο
riles
ενεστώτα μετοχή
riling
απλός αόριστος
riled
παθητική μετοχή
riled
Παραδείγματα
He threw the stone into the pond, riling the water and causing ripples.
Έριξε την πέτρα στη λίμνη, ταράσσοντας το νερό και προκαλώντας κυματισμούς.

Λεξικό Δέντρο

riled
rile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store