Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rile
01
ενοχλώ, ερεθίζω
to disturb or annoy someone, especially through minor irritations
Transitive: to rile sb
Παραδείγματα
The constant whistling of his neighbor riled him.
Το συνεχές σφύριγμα του γείτονά του τον ενοχλούσε.
02
ταράζω, θολώνω
to stir up water, making it rough, choppy, or cloudy
Transitive: to rile water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rile
γ΄ ενικό πρόσωπο
riles
ενεστώτα μετοχή
riling
απλός αόριστος
riled
παθητική μετοχή
riled
Παραδείγματα
He threw the stone into the pond, riling the water and causing ripples.
Έριξε την πέτρα στη λίμνη, ταράσσοντας το νερό και προκαλώντας κυματισμούς.



























