to rile
rile
raɪl
ραιλ
rilkerifle

Ορισμός και σημασία του "rile"στα αγγλικά

to rile
01

ενοχλώ, ερεθίζω

to disturb or annoy someone, especially through minor irritations 
Transitive: to rile sb
to rile definition and meaning
Παραδείγματα
The repetitive noise from the construction site riled the residents. 

Ο επαναλαμβανόμενος θόρυβος από το εργοτάξιο ενοχλούσε τους κατοίκους.

02

ταράζω, θολώνω

to stir up water, making it rough, choppy, or cloudy 
Transitive: to rile water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rile
γ΄ ενικό πρόσωπο
riles
ενεστώτα μετοχή
riling
απλός αόριστος
riled
παθητική μετοχή
riled
Παραδείγματα
The boat’s motor riled the calm water, creating waves behind it. 

Ο κινητήρας του σκάφους τάραξε το ήρεμο νερό, δημιουργώντας κύματα πίσω του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

riled
rile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store